Category Archives: Μέλος & Λόγος

Ezra Pound: Ένα κορίτσι

Τὸ δένδρο μ’ εἰσῆλθε στὰ χέρια, ὁ ὀπὸς μ’ ἀνέβη στὶς ἀγκάλες, τὸ δένδρο βλάστησε στὸ στήθος μου― κάτω, οἱ κλῶνες ἀπ’ ἐμοῦ βλαστάνουν, σὰν ἀγκάλες. Δένδρο εἶσαι, βρύα εἶσαι, εἶσαι ἴα μἄνεμο ὑπεράνω. Παιδί ―τόσον αἰπύ― εἶσαι, καὶ ὅλο τοῦτο μωρία εἶναι γιὰ τὸν

Paul Verlaine: Ατονία

Εἶμ’ ἡ αὐτοκρατορία παρά     τῆς παρακμῆς τὸ τέλος, ποὺ βλέπει τοὺς ψηλοὺς λευκούς   Βαρβάρους ὅπως διέρχονται καθὼς συνθέτω ἀκροστιχίδες δίχως νεῦρο σὲ χρυσοῦν ὕφος ὅπου ἡ ἀτονία τοῦ ἡλίου ὀρχέεται. Ἄχος ἀνίας ἱκάνει τὴν καρδιά   ψυχῆς μονήρους. Ἦλθ’ ἡ φήμη ὅτι κατὰ κεῖ    διαρκοῦν κάθαιμες

Charles Cros: Ἐν τῷ ποινικῷ δικαστηρίῳ

τῷ Édouard Dubus Ἀπέπεμψάν με ἀπ’ τὶς παλαιές παγόδες καθὼς ἁπαλὰ ἐγέλασα μέσ’ στὸ Μυστήριο· τό εἰπαν οἱ γέροντες: ἔπρεπε νὰ εἶσαι σιωπηλός ὅταν ἀνεγιγνώσκομε, σεμνῶς, τὶς ἐπῳδές. Καθήμενος στὸν θράνο μου, ἀκούω τοὺς κώδικες καὶ τοῦτος ὁ κριτής, ὑπὸ τὴν τήβεννα, αὐστηρός, νὰ ὑποβλέπῃ

Κωνσταντῖνος Σαμπάνης: Τὸ τῆς βροχῆς κράτος

Μέγα τὸ τῆς βροχῆς κράτος ἡ ἐπικράτειά του ἐκτείνεται πάνω ἀπὸ ὄρη, ὕδατα καὶ ἀνθρώπων πόλεις κρατῶντας κλεισμένους γέρους καὶ παιδιά στὰ σπίτια τους γεμίζοντας μὲ μοναξιὰ τὰ μπαρ (ὅπου τίποτε ἄλλο δὲν ἀξίζει πιο πολύ ἀπὸ ἕνα ἄγνωστο ἄγγιγμα) ἀδειάζοντας τοὺς δρόμους καὶ μόνο

Charles Cros: Νικάτωρ

Ἐσάρωσα τὴν χώραν ὅλη μ’ ἕνα μόνον κῶμο κρατερό· πανταχοῦ ὁ λαὸς ὑπετάγη, μ’ ἔχει ψάλλει δὲ τὸ ἐγκώμιο. Εἶν’ ἕωλος πλέον τούτη ἡ τελετή· σὲ τοίχους οἱ ῥήσεις μου ἀνεγράφησαν. Ἄγετε παρ’ ἐμὲ (ἀλλὰ δίχως βοή) κορίτσια γιὰ τὰ τερπνὰ παιγνίδια. Ἡ μὲν ὁλολύζει,

Κωνσταντῖνος Σαμπάνης: Σεφὲρ βὲ Ζαφέρ

  Ἡ ἐντολὴ ἦτο σαφής: “μὴ γίνεις φιλήδονος, λάγνος, ὀκνηρός!“   Στὴν Ἀντιόχεια τοῦ Ταύρου Στὴν Ἀντιόχεια ἐπὶ Ὀρόντου ἦσαν ὡστόσο ζεστὲς οἱ γυναῖκες καὶ γλυκὸ τὸ φαγητό καὶ κάποιοι ἄντρες μὲ σκοτεινὰ πρόσωπα μοῦ πρόσφεραν κρασί.   Στοῦ Ζεύγματος τὰ ψηφιδωτὰ ἀνεγράφη ΥΠΕΡ CΩΤΗΡΙΑC

Philip Larkin: ͵ΑϠΙΔ´

’Κεῖνες οἱ μακρὲς ἄνισες γραμμές ποὺ στέκουν τόσο ὑπομονετικά ὡς ἂν ἦσαν ἀπλωμένες ἔξωθεν τοῦ γηπέδου κρίκετ ἢ ποδοσφαίρου, οἱ στέφανοι τῶν πίλων, ὁ ἥλιος σὲ μυστακοφόρα ἀρχαϊκὰ πρόσωπα νὰ χάσκουν ὡς ἂν αὐτὸ ἦταν σύμπαν διατριβὴ ἑορτῆς Ταὐγούστου· καὶ τὰ κλειστὰ ἐμπορία, τὰ λευκασμένα

Wilfred Owen: Ύμνος για την μελλοθάνατον ήβη

Ποιά νἀγγείλουν σήμαντρα τούτους ποὺ ὡς κτήνη θνῄσκουν; —Μόνον ἡ πελώριος τῶν πυροβόλων μῆνις. Μόνον ὁ ταχὺς κροτησμός τυφεκιῶν που τραυλίζουν μπορεῖ νὰ ῥοθήσῃ τὶς νοερές αὐτῶν δεήσεις. Ὄχι χλεύη τώρα γι’ αὐτούς· μήτε ἱκεσίες καὶ σήμαντρα· μήτε πενθητηρία φωνή πέρα ἀπό χορωδίες, — ὀξείς,

Arnaut Daniel: Πλουσία κουγκέστα

Εἶχ’ ὁ Ἔρως τέτοι’ ἁπλοχεριά    χαρὰ νὰ μὲ δωρίσῃ ὡς ἔχω ἐγὼ δι’ αὐτὴν καρδιά      ἐχέγγυο καὶ ἐλευθέριο διὰ τἀγαθὸ ποὺ ἀποζητῶ    κώλυμα νὰ μὴν εὕρω καθὼς ἐρῶ ψηλὰ ποὺ ἡ ἐλπίς   μ’ ἀνυψοῖ καὶ μ’ ἐπίσχει. Κ’ ὅτε τὸ δικό της θεωρῶ    ὕψος τῆς

John Donne: H αύξη του έρωτα

Μόλις πιστεύω ὅτι ὁ ἔρως μου ἄκρατος εἶναι ὅπως εἶχα νοήσει, ἐπειδή ὑφίσταται στὴν μεταβολή και τὴν ἐποχή ὅπως ἡ βοτάνη· δοκῶ, ἂν τὸν αὐξάνῃ ἡ ἄνοιξις, πὼς καθ’ ὅλο τὸ χεῖμα ψευδόμουν, ὅταν ὤμοσα  ὁ ἔρως ἄπειρος εἶναι. Ἀλλ’ ἂν ὁ ἔρως, τὸ φάρμακο