Category Archives: Μέλος & Λόγος

William Wordsworth: Ωδή. Aγγέλματα αθανασίας από άωρες παιδικές αναμνήσεις

Παῖς τὸν Ἄνθρωπο γεννάει· θὰ εὐχόμουν οἱ ἡμέρες μου νὰ εἶναι ἀλληλοδέσμιες μὲ φυσικὸ σέβας . I. Ἦταν κάποτε καιρός ποὺ ἄλσος, λειμών καὶ χείμαρρος ἡ γῆ, καὶ κάθε θέαμα κοινό μ’ ἐφαίνετο περίστολο σὲ πέπλωμα οὐρανίου φωτός, τὸ κλέος καὶ τὴν πνοὴ ὀνείρατος. Δὲν

Arthur Rimbaud: Ο βοημικός μου βίος

Φαντασία Ἔφευγα, κ’ εἶχα τὶς γροθιές στὰ σκασμένα θυλάκια· μέχρι καὶ ἡ χλαίνα μου τούτη ἰδέα γινόταν · Ἔβαινα ὑπὸ τὸν οὐρανό, κ’ ἥμουν πιστός σου, Μοῦσα! Πῶ! πῶ! τί λαμπροὺς ἔρωτες ὠνείρωξα! Οἱ μόνες βράκες μου εἶχαν μέγα τρύπημα ―Ὀνειροπόλος κοντορεβιθούλης, ἐκκόκκιζά ’γω ρυθμοὺς

Charles Baudelaire: Μία μάρτυς

σχέδιο παρ’ ἀγνώστου Μαΐστορος Ἐν μέσῳ φιαλιδίων καὶ στιλπνῶν ὑφασμάτων καὶ ἐπίπλων ποὺ ἐγείρου’ ἡδονές, μαρμάρων, ζωγραφιῶν, ἐσθήτων μυρωμένων ποὺ ἀΐσσονται σὲ πλουσίες πτυχές, ἐν κοιτῶνι χλιαρῷ,  ποὺ ὅπως στὰ θερμοκήπια ὁ ἀὴρ εἶναι μοιραῖος καὶ νοσηρός, ὅπου ἄνθη θνήσκοντα σὲ φέρετρα κρυστάλλινα ἀναδίδουν ὕστατο

T.S. Eliot: Χορικά απ’ τον ‘Βράχο’, ΙΙΙ [1934]

Ὁ λόγος τοῦ ΚΥΡΙΟΥ ἦλθε σ’ ἐμέ, λέγων: Ὦ πόλεις λυπρὲς δολίων ἀνθρώπων ὦ φαύλη γενεὰ πεφωτισμένων ἀνθρώπων, προδοθεῖσα μέσ’ στὸν λαβύρινθο τῶν σῶν τεχνασμάτων, ἐμπολησθείσα ἀπ’ τὰ γιγνόμενα τῶν σῶν προαιρέσεων: Σᾶς ἔδωσα χέρια τὰ ὁποῖα ἀποστρέψατε τῆς λατρείας, σᾶς ἔδωσα ὁμιλία, ἀντὶ ἀτέρμονος

Stéphane Mallarmé: ΄Ότε η Σκιά ηπείλησε…΄

Ὅτε ἡ Σκιά ἠπείλησε διὰ τοῦ μοιραίου νόμου, παλαιὸ Ὕπαρ, ἴμερος καὶ πόνος τῶν σπονδύλων μου, τέτοιο ποὺ κατηφές ἔφθινε τῶν κηδείων ὀροφῶν κάτωθε, μ’ ἤμπεσχε μὲ τὸ βέβαιο φτερό του. Χλιδή, ὦ σάλλα ἐβένινη, ὅπου διὰ νὰ θελξῶσι ῥήγα, ἔνδοξες ταινίες θνησκοῦσες πλέκονται, παρὰ

Ezra Pound: Ένα κορίτσι

Τὸ δένδρο μ’ εἰσῆλθε στὰ χέρια, ὁ ὀπὸς μ’ ἀνῆλθε στὶς ἀγκάλες, τὸ δένδρο βλάστησε στὸ στήθος μου― κάτω, οἱ κλῶνες ἀπ’ ἐμοῦ βλαστάνουν, σὰν ἀγκάλες. Δένδρο εἶσαι, βρύα εἶσαι, εἶσαι ἴα μἄνεμο ὑπεράνω. Παιδί ―τόσον αἰπύ― εἶσαι, καὶ ὅλο τοῦτο μωρία εἶναι γιὰ τὸν

Paul Verlaine: Ατονία

Εἶμ’ ἡ αὐτοκρατορία παρά     τῆς παρακμῆς τὸ τέλος, ποὺ βλέπει τοὺς ψηλοὺς λευκούς   Βαρβάρους ὅπως διέρχονται καθὼς συνθέτω ἀκροστιχίδες δίχως νεῦρο σὲ χρυσοῦν ὕφος ὅπου ἡ ἀτονία τοῦ ἡλίου ὀρχέεται. Ἄχος ἀνίας ἱκάνει τὴν καρδιά   ψυχῆς μονήρους. Ἦλθ’ ἡ φήμη ὅτι κατὰ κεῖ    διαρκοῦν κάθαιμες

Charles Cros: Ἐν τῷ ποινικῷ δικαστηρίῳ

τῷ Édouard Dubus Ἀπέπεμψάν με ἀπ’ τὶς παλαιές παγόδες καθὼς ἁπαλὰ ἐγέλασα μέσ’ στὸ Μυστήριο· τό εἰπαν οἱ γέροντες: ἔπρεπε νὰ εἶσαι σιωπηλός ὅταν ἀνεγιγνώσκομε, σεμνῶς, τὶς ἐπῳδές. Καθήμενος στὸν θράνο μου, ἀκούω τοὺς κώδικες καὶ τοῦτος ὁ κριτής, ὑπὸ τὴν τήβεννα, αὐστηρός, νὰ ὑποβλέπῃ

Κωνσταντῖνος Σαμπάνης: Τὸ τῆς βροχῆς κράτος

Μέγα τὸ τῆς βροχῆς κράτος ἡ ἐπικράτειά του ἐκτείνεται πάνω ἀπὸ ὄρη, ὕδατα καὶ ἀνθρώπων πόλεις κρατῶντας κλεισμένους γέρους καὶ παιδιά στὰ σπίτια τους γεμίζοντας μὲ μοναξιὰ τὰ μπαρ (ὅπου τίποτε ἄλλο δὲν ἀξίζει πιο πολύ ἀπὸ ἕνα ἄγνωστο ἄγγιγμα) ἀδειάζοντας τοὺς δρόμους καὶ μόνο

Charles Cros: Νικάτωρ

Ἐσάρωσα τὴν χώραν ὅλη μ’ ἕνα μόνον κῶμο κρατερό· πανταχοῦ ὁ λαὸς ὑπετάγη, μ’ ἔχει ψάλλει δὲ τὸ ἐγκώμιο. Εἶν’ ἕωλος πλέον τούτη ἡ τελετή· σὲ τοίχους οἱ ῥήσεις μου ἀνεγράφησαν. Ἄγετε παρ’ ἐμὲ (ἀλλὰ δίχως βοή) κορίτσια γιὰ τὰ τερπνὰ παιγνίδια. Ἡ μὲν ὁλολύζει,