Category Archives: Μέλος & Λόγος

Γ.Α.Σιβρίδης: άσμα α΄

Ι «Κ’ὅμως πρόκειται γιὰ τή χαρούμενη πλοήγησή μας μέσ’ στό φῶς ! οἱ βίοι μας θὰ σταματήσουν σὲ διαφανὴ ἀπογέματα βέβαια σὰν πέτρινες ζωφόροι, πολύβοα ἀπ’ἐπικρεμάμενες κραυγές πουλιῶν καὶ παιδιῶν πελαγίσιων νὰ στεγάζου’ μιὰ κόρη ὁλόδροση, ἀναδεδυμένη μέσ’ ἀπ’ τὴν ἡμέρα. Κ’ὅμως !» ######―Κ’ὅμως, ##############ὄχι

T.S.Eliot: Τετάρτη των τεφρών ΙΙ

Κυρά, τρεῖς παρδάλεις λευκές κάθισαν κάτ’ ἀπ’ ἕναν ἄρκευθο Μὲς στὴν ψύχρα τῆς ἡμέρας, ἔχοντας μέχρι κορεσμοῦ τραφῆ Μὲ τὰ πόδια μου, τὴν καρδιά μου, τὸ συκώτι μου καὶ ὅ, τι περιείχετο Στὸ κούφιο κοῖλο τοῦ καυκάλου μου. Κ’ὁ Θεὸς εἶπε Ζήσεται τὰ ὀστέα ταῦτα;

Александр Пушкин

Ἡ μάχη, σύμβολο γιὰ ἐμέ —ἀγαπῶ σπαθιὰ νὰ τρίζουν. Ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια μου, γὼ λάτρης δόξης βιαίας, τοῦ πολέμου τὰ παίγματα, ἀγαπῶ, τὰ αἱμαλέα, Κ’ εἶν’ἡ σκέψη τοῦ θάνατου ἀκριβή στὴν ψυχή μου. Ὅποιος στ’ἄνθος τῆς ἡλικίας πιστὸς τῆς ἐλευθεριᾶς πολεμιστής, τὸν θάνατο ’μπρός

Georg Trakl: Ο Σεβαστιανός εν ονείρω

στὸν Adolf Loos 1 Μητέρα ἔφερε τὸ μικρὸ παιδὶ στὸ λευκὸ φεγγάρι, στὸν ἥσκιο τῆς καρυδιᾶς, τῆς πανάρχαιας κουφοξυλιᾶς, μεθυσμένο ἀπ’ τὸν χυμὸ τἀφιονιοῦ, τὸν κρωγμὸ τῆς κίχλης. καὶ σιγανά ἔσκυψε πάνω σἐκείνους ἡ συμπόνια ἑνὸς γενειοφόρου προσώπου ἀθόρυβα μέσα στὸ σκοτάδι τοῦ παραθύρου. Και

Saint-John Perse: Σημαφόροι [Amers]: Στροφή

[Ι] Ὀχυρωματικὴ ἀρχιτεκτονική. Ἀνάμεικτες ἐργασίες τῶν λιμένων. …Σᾶς παρακαλοῦμε, Μεσοθάλασσα καὶ σᾶς Γῆ τοῦ Ἄβελ! Οἱ παροχές ἐνεκρίθησαν, οἱ ὑπηρεσίες ἀντηλλάγησαν. Πρὸς ἀγγαρεία ἡ γῆ στὴν κρίση τῆς πέτρας. Ἡ θάλασσα ἀξιέπαινη ἄνοιγε τοὺς πάγους της ἀπὸ πράσινο ἴασπη. Τὰ μαλακὰ ὕδατα ἔπλεναν τὶς σιωπηλὲς

Κωνσταντίνος Σαμπάνης: Βιβλίο

Σκόρπιες κηλίδες καφέ μια κάποια μυρωδιά βαρέος καπνού και άτσαλα τσαλακωμένες σελίδες πρόδιδαν τον περισπούδαστο –μα κάπως απρόσεκτο- αναγνώστη Ο τίτλος του έκανε αναφορά στην χαμένη λαλιά ενός πλάνητα λαού η γλώσσα του οποίου επιβίωνε σε κάτι παμπάλαια ονόματα ποταμών και σε αρχαία κείμενα όπου

Αντ. Κ. Λάβδας (1926-2009): Συμπόσιο

(στη μνήμη του Ι.Ν.Θεοδωρακόπουλου) Ἦχοι απὸ φόρμιγγες κι’οξύβοους αυλοὺς ἀνάδευαν τὸν ἥσκιο τῆς νύχτας γύρω ἀπ’τοὺς λύχνους καὶ τὶς λαμπάδες ἀνάμεσα ἀπὸ ἀνταύγειες κίτρινες, πορτοκαλιές, στά ἐδέσματα καὶ στ’ἀκριβὰ σκεύη, στὶς ὑφαντἐς ἐσθῆτες καὶ στ’ἀνάκλιντρα, σὲ πέπλους ὀρχηστρίδων καὶ στὶς μικρὲς ποὺ λαμπύριζαν ἐπιφάνειες, ἀπὸ

Ezra Pound: Δώρια

Ἂς εἶσαι μέσα μου ὅπως οἱ αἰώνιες δυσθυμίες ####τοῦ πελοῦ ἀνέμου καὶ ὄχι Ὅπως πράγματα ἐφήμερα εἶναι ― ####ἡ εὐθυμία τῶν λουλουδιῶν. Ἔχε με στὴν δυνατὴ μοναξιά ####τῶν ἀνήλιων κρημνῶν Καὶ φαιῶν ὑδάτων. ####Ἂσ’τοὺς θεοὺς νὰ μιλήσουν γλυκά για μᾶς Στὶς ἐπερχόμενες ἡμέρες, ####τὰ σκιώδη

T.S.Eliot: Τετάρτη των τεφρών IV

Τὶς ἐπορεύθη ἀναμέσον τοῦ πορφυροῦ καὶ τοῦ πορφυροῦ Τὶς ἐπορεύθη ἀναμέσον Τῶν ποικίλων βαθμῶν ποικίλων πράσινων Πηγαίνοντας σὲ λευκὸ καὶ γαλάζιο, στὰ χρώματα τῆς Μαρίας Μιλῶντας περί κοινῶν πραγμάτων Στὴν ἄγνοια καὶ τὴν γνώση του αἰώνιου πόνου Τὶς ἐκινήθη μεταξύ τῶν ἄλλων μόλις ἐπορεύθησαν Τὶς

W.H.Auden: Τα ρεμπέτικα του ρωμαϊκού τείχους [Roman Wall Blues]

Πάν’ἀπό τὸν θάμνο φυσᾶ ὑγρασία γεμάτη ἡ αὔρα Ἔχω στὴ μύτη κρύωμα καὶ ψείρες στὸν χιτῶνα. Ἡ βροχὴ ἔρχετ’ἐξ οὐρανοῦ ποσσικροτώντας φθάνει, ἀπλὸς τοῦ τείχους φύλακας εἶμαι, δὲν ξέρω κάτι. Στὴν σκληρὴ γκρίζα πέτρα ἡ ἀχλύ ἐπάνω ἀναρριχᾶται Στὴν Τούγγρια εἶν’ τὸ κορίτσι μου κἀγὼ