Category Archives: Μέλος & Λόγος

Charles Baudelaire: XII.Η αλλοτινή ζωή

Πολὺν καιρὸ κατώκησα ὑπὸ πελώριες στοές ποὺ μύριες φλόγες ἔβαφαν ἡλίων θαλασσινῶν, π’ὀρθοὶ καὶ μεγαλόπρεποι οἱ κραταίοι στύλοι αὐτῶν, ὅμοιοι τὸ βράδυ γίνονταν μὲ βασάλτη σπηλιές. Οἱ παλίρροιες, κυλίοντας εἰκόνες οὐρανῶν, ἀνεμείγνυαν μ’ἐμφατικὸ τρόπο καὶ μυστήριες τῆς πλούσιας αὐτῶν μουσικῆς συγχορδίες πανίσχυρες μὲ χρώματα στὰ

Julien Offray de La Mettrie: Επικούρειο σύστημα (1750)

[αποσπάσματα] LXIX. Ο θάνατος και ο έρως ολοκληρούνται από τα ίδια μέσα: την εκπνοή. Αναπαράγεσαι, όταν είν’ απ’ έρωτα το ότι πεθαίνεις• εκμηδενίζεσαι, όταν είναι από το ψαλίδι της Ατροπού. Ας ευχαριστήσουμε την Φύσιν, η οποία έχοντας αφιερώσει τις πλέον ζωντανές απολαύσεις στην παραγωγή του

William Shakespeare: ‘Carpe Diem’ (Δωδεκάτη Νύχτα, 2.3)

(Feste, ὁ γελωτοποιός τῆς κόμισσας Olivia τραγουδᾷ) Ὦ Ἀφέντρα μου, ποῦ σεῖς περιπλανᾶστε; Ὦ, μείνε κ’ἄκου• ἡ ἀληθινή σου ἀγάπη φθάνει,     κ’αὐτὴ μπορεῖ νὰ τραγουδᾷ ψηλὰ καὶ χαμηλά• Μὴν ἄλλο τριγυρνᾷς, γλύκεια χαριτωμένη, κάθε ταξίδι στὴν συνάντηση τῶν ἐραστῶν τελεύει—     κάθ’ὑγιὸς σοφοῦ ἀνδρὸς τὸ ξέρει

Ted Hughes: Το γεράκι στη βροχή (1957)

Πνίγομαι μέσ’στὴν πάλλουσα ἀρόσιμη γῆ, τραβῶ τὴ μία φτέρνα μετὰ τὴν ἄλλη ἀπ’τὴν κατάποση τοῦ στόματος της γῆς, καὶ τὸν πηλὸ π’ἁρπάζει κάθε μου βῆμα ἕως τὸ σφύρο μὲ χούι ἐπίμονου τάφου, μὰ τὸ γεράκι στὰ ὕψη εὔκολα κρεμᾶ τἀκίνητό του μάτι. Οἱ φτέρουγές του

Robert Browning: Ο Εραστής της Πορφυρίας

Ἡ βροχὴ ξεκίνησε νωρὶς τὴν βραδιά,       Σύντομα εἶχ’ ὁ δύσθυμος ἄνεμος ξυπνήσει, Ἔσχισε ἀπὸ πείσμα τὶς κορφὲς τῆς φτελιᾶς       Καὶ ἔκαμε τὰ πάντα νὰ ἐρεθίσῃ τὴν λίμνη:       Ἄκουγα μὲ τὴν καρδιὰ ἔτοιμη νὰ σπάσῃ. Ὅταν γλίστρησε μέσα ἡ Πορφυρία· εὐθύς       Ἔκλεισε τὸ κρύο ἔξω

Stéphane Malarmé: Ο τάφος του Καρόλου Baudelaire

Ὁ κατάχωστος ναὸς κοινοποιεῖ ἀπ’τὸ στόμιο τὸ ταφικό τοῦ ὀχετοῦ ποὺ ἐμεῖ ἰλὺ καὶ σάπφειρους μὲ τρόπο ἀποτρόπαιο κάποιο εἴδωλο τοῦ Ἀνούβιδος τὸ ῥύγχος πυρωμένο σὰν ἀλύχτημα ἄγριο ἤ, ἐὰν τὸ πρόσφατον ἀέριο στρεβλοῖ τὸ θολό φιτίλι γιὰ σπόγγο τὸ ξεύρομεν ὑπομείναντων χλευασμῶν ἀγριωπὸν ἀνάβει

Dante: Καινή Ζωή [Vita Nuova, XIX]

«Μὲ ποιό τέλος σὺ ἀγαπᾷς αὐτή σου τὴν κυρά, ἀφοῦ δὲν μπορεῖς νὰ ἀντέξῃς τὴν παρουσία της; Πές μας, γιατὶ σίγουρα τὸ τέλος ἑνὸς τέτοιου ἔρωτα πρέπει νἆναι πολύ νιόφαντο. » Κ’ἀφοῦ μ’εἶπε αὐτὰ τὰ λόγια , ὄχι μόνον αὐτή, μὰ ὅλες οἱ ἄλλες, ξεκίνησαν

Jules Laforgue: Το Σιγαρέττο (1880)

Ναί, αὐτός ὁ κόσμος εἶν’πολύ πεζός• ὁ ἄλλος, λόγια τἀγέρα Ἐγώ, ἀνέλπιδα θὰ παραιτηθῶ ἀπό τὴ μοῖρα μου Καὶ, περιμένοντας τὸ θάνατο, νὰ σκοτώνω τὸν χρόνο, Καπνίζω μές στὴ μύτη τῶν θεῶν ἐξαίσια σιγαρέττα Ἄμετε παλέψ’τε, βροτοί,  φτωχά τοῦ μέλλοντος ὀστᾶ. Ἐμέ, ὁ κυανόχρους μαίανδρος

Saint-John Perse: Σημαφόροι [Amers]: Επίκλησις

«…Θὰ σᾶς κάνω νὰ κλάψετε, ὑπάρχει χάρις πολλή ἀνάμεσά σας. «Νὰ κλάψετε ἀπὸ χάρι, ὄχι άπὸ πόνο, εἶπε ὁ Ῥαψῳδὸς τῆς πιὸ ὥριας ᾠδῆς• «Κι ἀπ’ αὐτὴν τὴν καθάρια ταραχὴ τῆς καρδιᾶς τῆς ὁποίας ἀγνοῶ τὴν πηγή «Ὄπως ἀπ’αὐτὴν τη καθάρια θαλάσσια στιγμὴ που προάγεται

Samuel Taylor Coleridge : Kubla Khan

Στὸ Ζάναντου κεῖ ὁ Κούμπλαϊ Χὰν γιὰ ἕνα δῶμα ἡδονῶν ἀπεφάνθη κραταιό: Ὅπου ἔτρεχε ποτάμι ἱερὸ ὁ Ἄλφ μέσ’ ἀπὸ σπήλαια ἀβυθομέτρητα στὸν ἄνθρωπο κάτω σε μι’ ἀνήλια θάλασσα. Δὶς πέντε μίλια γόνιμο ἔδαφος μὲ τείχη καὶ μὲ τύρσεις κυκλώθηκαν στέφανο κἀκεῖ ἦσαν κῆποι ποὺ