Ezra Pound: Ένα κορίτσι

Τὸ δένδρο μ’ εἰσῆλθε στὰ χέρια, ὁ ὀπὸς μ’ ἀνῆλθε στὶς ἀγκάλες, τὸ δένδρο βλάστησε στὸ στήθος μου― κάτω, οἱ κλῶνες ἀπ’ ἐμοῦ βλαστάνουν, σὰν ἀγκάλες. Δένδρο εἶσαι, βρύα εἶσαι, εἶσαι ἴα μἄνεμο ὕπερθε. Παιδί ―τόσον αἰπύ― εἶσαι, καὶ ὅλο τοῦτο μωρία εἶναι γιὰ τὸν

Paul Verlaine: Ατονία

Εἶμ’ ἡ αὐτοκρατορία παρά     τῆς παρακμῆς τὸ τέλος, ποὺ βλέπει τοὺς ψηλοὺς λευκούς   Βαρβάρους ὅπως διέρχονται καθὼς συνθέτω ἀκροστιχίδες δίχως νεῦρο σὲ χρυσοῦν ὕφος ὅπου ἡ ἀτονία τοῦ ἡλίου ὀρχέεται. Ἄχος ἀνίας ἱκάνει τὴν καρδιά   ψυχῆς μονήρους. Ἦλθ’ ἡ φήμη ὅτι κατὰ κεῖ    διαρκοῦν κάθαιμες

Charles Cros: Ἐν τῷ ποινικῷ δικαστηρίῳ

τῷ Édouard Dubus Ἀπέπεμψάν με ἀπ’ τὶς παλαιές παγόδες καθὼς ἁπαλὰ ἐγέλασα μέσ’ στὸ Μυστήριο· τό εἰπαν οἱ γέροντες: ἔπρεπε νὰ εἶσαι σιωπηλός ὅταν ἀνεγιγνώσκομε, σεμνῶς, τὶς ἐπῳδές. Καθήμενος στὸν θράνο μου, ἀκούω τοὺς κώδικες καὶ τοῦτος ὁ κριτής, ὑπὸ τὴν τήβεννα, αὐστηρός, νὰ ὑποβλέπῃ

Κωνσταντῖνος Σαμπάνης: Τὸ τῆς βροχῆς κράτος

Μέγα τὸ τῆς βροχῆς κράτος ἡ ἐπικράτειά του ἐκτείνεται πάνω ἀπὸ ὄρη, ὕδατα καὶ ἀνθρώπων πόλεις κρατῶντας κλεισμένους γέρους καὶ παιδιά στὰ σπίτια τους γεμίζοντας μὲ μοναξιὰ τὰ μπαρ (ὅπου τίποτε ἄλλο δὲν ἀξίζει πιο πολύ ἀπὸ ἕνα ἄγνωστο ἄγγιγμα) ἀδειάζοντας τοὺς δρόμους καὶ μόνο

Charles Cros: Νικάτωρ

Ἐσάρωσα τὴν χώραν ὅλη μ’ ἕνα μόνον κῶμο κρατερό· πανταχοῦ ὁ λαὸς ὑπετάγη, μ’ ἔχει ψάλλει δὲ τὸ ἐγκώμιο. Εἶν’ ἕωλος πλέον τούτη ἡ τελετή· σὲ τοίχους οἱ ῥήσεις μου ἀνεγράφησαν. Ἄγετε παρ’ ἐμὲ (ἀλλὰ δίχως βοή) κορίτσια γιὰ τὰ τερπνὰ παιγνίδια. Ἡ μὲν ὁλολύζει,

Το διττόν της παραδόσεως και της προόδου

Εικόνα: Ένας από τους πρώτους νεολιθικούς οικισμούς, ο Çatalhöyük, που βρίσκεται στη σημερινή Τουρκία, στα νότια της χώρας. Αυτή η μικρή πόλη είναι σε τόσο πρώιμη μορφή (proto-city είναι ο επίσημος όρος) που δεν είχε καν δρόμους, τα σπίτια ήταν κολλημένα μεταξύ τους και οι

Δόμος, πόλις ϗ αγορά ―αρχιτεκτονική, πολιτική ϗ οικονομική II: ο δόμος και ο βίος (αφηρημένος και βιωμένος χώρος)

Je veux, pour composer chastement mes églogues, Coucher auprès du ciel, comme les astrologues, Et, voisin des clochers écouter en rêvant Leurs hymnes solennels emportés par le vent. Les deux mains au menton, du haut de ma mansarde, Je verrai l’atelier qui chante et qui

Κωνσταντῖνος Σαμπάνης: Σεφὲρ βὲ Ζαφέρ

  Ἡ ἐντολὴ ἦτο σαφής: “μὴ γίνεις φιλήδονος, λάγνος, ὀκνηρός!“   Στὴν Ἀντιόχεια τοῦ Ταύρου Στὴν Ἀντιόχεια ἐπὶ Ὀρόντου ἦσαν ὡστόσο ζεστὲς οἱ γυναῖκες καὶ γλυκὸ τὸ φαγητό καὶ κάποιοι ἄντρες μὲ σκοτεινὰ πρόσωπα μοῦ πρόσφεραν κρασί.   Στοῦ Ζεύγματος τὰ ψηφιδωτὰ ἀνεγράφη ΥΠΕΡ CΩΤΗΡΙΑC

Δόμος, πόλις ϗ αγορά ―αρχιτεκτονική, πολιτική ϗ οικονομική I: η κοινωνική έννοια του τόπου

Πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ εἶναι λέξεις ποὺ ἔχουν ἀρχιτεκτονικὴ καταγωγή: ἡ πρώτη, ἀπ’ τὴν λέξη ‘πόλις’, τὸ πτολίεθρο ὀχυρό, καὶ ἡ δεύτερη, ἀπ’ τὴν λέξη ‘οἶκος’. Δὲν εἶναι οἱ μόνες ἔννοιες ποὺ ἔχουν τέτοιαν καταγωγή.  Cabinet, Kamer, σημαίνουν δωμάτια ἀλλὰ τὸ πρῶτο, στὴν Ἀγγλία, εἶναι καὶ